Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Διήγηση από την Πόλη...



Τρίτη 29 Μαϊου 1453 η Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Αποφράδα ημέρα του Ελληνισμού. Επιτρέψτε μου να σας διηγηθώ την ιστορία που μου έλεγε η γιαγιά μου η Σμαρώ από την Πόλη όταν ήμουν μικρός...

...Πριν από πολλά πολλά χρόνια σε μια όμορφη χώρα, ζούσε ένα μικρό παιδάκι. Ο Κωνσταντίνος. Εκεί μεγάλωνε σχεδόν όπως όλα τα παιδάκια, παίζοντας με τους φίλους και τα αδέρφια του στο παλάτι. Ξέχασα βέβαια να σας πω, ότι οι γονείς του Κωνσταντίνου, ο Μανουήλ Παλαιολόγος και η Ελένη Δραγάτση, ήταν οι βασιλιάδες της όμορφης αυτής χώρας. Ο Κωνσταντίνος όπως όλα τα παιδάκια αγαπούσε πολύ τα ζώα. Μια μέρα λοιπόν εκεί που έπαιζε με τους φίλους του στο δάσος, είδε έναν μικρό δικέφαλο αετό πληγωμένο από κάποιους ανόητους κυνηγούς, να κάθεται πάνω σ’ ένα παλιό κομμάτι άσπρο μάρμαρο. Χωρίς να φοβηθεί καθόλου τον πήρε στην αγκαλιά του και τον έφερε μαζί με φίλους του στο παλάτι. Εκεί ο δικέφαλος αετός μεγάλωνε πια κοντά στον Κωνσταντίνο.

Πέρασαν πολλά χρόνια και πέθανε ο πατέρας του Κωνσταντίνου ο βασιλιάς Μανουήλ. Έτσι ο Κωνσταντίνος τώρα με τη σειρά του στέφθηκε βασιλιάς (στο Μυστρά κοντά στην αρχαία Σπάρτη όπου βρισκόταν τότε). Αμέσως μετά σ’ένα μεγάλο βαπόρι με βασιλικά εμβλήματα, ο Κωνσταντίνος, ο δικέφαλος αετός και ο φίλοι του, ταξίδεψαν στην πρωτεύουσα της χώρας, την αγαπημένη Πόλη. Εκεί ο Κωνσταντίνος, άφησε τον αητό να πετάει γύρω από τα τείχη της και πήγε να προσκυνήσει στη μεγάλη εκκλησία, την Αγιά Σοφιά, για να ευχαριστήσει τον Θεό για τη στέψη του και να ζητήσει τη δύναμη για να κυβερνήσει δίκαια την περιτριγυρισμένη από εχθρούς Πόλη και τους ανθρώπους της.


Ο Θεός τον άκουσε λυπημένος γιατί «Ήταν θέλημα Θεού, η Πόλη να τουρκέψει», αλλά του έδωσε τρία σημαντικά και αόρατα για τους πολλούς δώρα. Αγάπη, πίστη και ελπίδα.

Ήρθε λοιπόν το πλήρωμα του χρόνου κι έπεσε η πόλη του Κωνσταντίνου στα χέρια των αλλόθρησκων και μαζί της έπεσε κι ο βασιλιάς Κωνσταντίνος στα τείχη της, εκεί κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, σαν απλός στρατιώτης, προτιμώντας τον τιμημένο θάνατο, από το να δει την πόλη του σκλαβωμένη. Στον ουρανό τώρα, η μητέρα Του Θεού, που αγαπούσε και τον Κωνσταντίνο και την πόλη του, δάκρυσε. Οι αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ που ήταν κοντά της, Την παρηγορούσαν λέγοντας


«Σώπασε Κυρά Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά Σου θάναι».


Την ίδια στιγμή κάτω στη γη ο Κωνσταντίνος λίγο πριν κλείσει τα μάτια του, ακούει ένα φτερούγισμα και Άγγελος Κυρίου, -άλλοι λένε ο αγαπημένος του δικέφαλος αετός- τον σκέπασε με τις φτερούγες του και τον έκρυψε κάτω από την Πόλη. Εκεί μαρμαρωμένος θα περιμένει το σωστό καιρό, να τον ξυπνήσει ο Άγγελος και να τον φέρει πάλι στην αγαπημένη του Πόλη, για να συνεχίσει τη βασιλεία του μαζί με τους φίλους και το δικέφαλο αετό του.

Αφιερωμένο στη μνήμη της κυρά Σμαρώ και σε όλους τους Έλληνες Πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη… 


Εμμανουήλ Ι. Ιωαννίδης